Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ

Αυτή είναι λοιπόν η όψη σου, μοναξιά μου ε;
Θυμάμαι την πρώτη φορά που σε γνώρισα. Κρυβόσουν και με κοίταζες πίσω από το δέντρο της ζωής μου. Δεν σε είχα αναγνωρίσει τότε. Απλά σου χαμογέλασα. Κι έφυγα για να βαδίσω δρόμους ολόκληρους ψάχνοντας να σε βρω...Κι όμως ήσουν εκεί μπροστά μου. Πως γίνεται να μην σε είδα...Κι όσο σε έψαχνα τόσο με ακολουθούσες. Πάντα κοιτούσα μπροστά...Ποτέ πίσω. Τώρα όμως τα μάτια μου άλλαξαν. Εγώ άλλαξα, η ψυχή μου άλλαξε. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι καλό ή κακό. Τώρα όμως σε είδα.Και δεν με φοβίζεις πια. Ήρθες και με αγκάλιασες και πήρες μακρυα κάθε μου συναίσθημα. Τώρα είμαι δικός σου να πορευτούμε μαζί σε αυτήν την ζωή, μοναξιά μου, κι έτσι δεν θα είμαστε ποτέ ξανά μόνοι. Τώρα ανοίγω το συρτάρι μου και σε βγάζω, αλλά ξέρω πως κανείς δεν θα σε δει. Κανείς δεν θα καταλάβει. Δεν πειράζει. Ξέρω εγώ και μου φτάνει. Σήμερα θα σου πω μια ιστορία που όμοιά της δεν έχεις ξανά ακούσει. 
Πριν από πολλά χρόνια και έτη φωτός μακρυά από την γη, κάπου μέσα στο σύμπαν υπήρχε ένας μικρός μωβ πλανήτης που όμοιός του δεν υπάρχει. Σε αυτόν τον πλανήτη φύτρωνε ένα πολύ σπάνιο και μαγικό λουλούδι. Που όποιος κατάφερνε να το κόψει γινόταν ο απόλυτος άρχοντας όλου του γαλαξία.Πολλοί κοσμοναύτες έψαξαν να το βρουν μα κανείς δεν κατάφερε να βρει έστω τον πλανήτη...Πόσο μάλλον το λουλούδι μέσα του. Κι έτσι αυτή η ιστορία έγινε ένας μύθος που έλεγαν οι μεγάλοι στα παιδιά τους σαν νανούρισμα. Ένα μικρό παιδί μια μέρα αποφάσισε να προσπαθήσει να βρει το λουλούδι κι έτσι έψαξε κάθε γωνιά του σύμπαντος μέχρι να το βρει. Και δεν άργησε να ξημερώσει η μέρα που πάτησε πάνω στον μωβ πλανήτη, Άρχισε να ψάχνει και να ψάχνει αλλά δεν βρήκε ίχνος ζωής. Δεν υπήρχε χώμα ή νερο. Υπήρχε μόνο μια άμορφη μάζα ενέργειας σαν ένα πυκνό μωβ σύνεφο που στέκεται στην ίδια ακριβώς θέση μεσα στον χωροχρόνο. Ένιωσε την απογοήτευση να κυλάει μέσα του. Έκανε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι για ένα λουλουδι που δεν άνθισε ποτέ. Ένα δακρυ κυλησε και τότε μέσα από τον μωβ καπνό βγήκε μία γυναικεία φιγούρα που δύσκολα μπορούσε κάποιος να την δει καθαρά.
-Απαγορεύονται τα δάκρυα, του είπε.
-Γιατί? της απάντησε με ένα βλέμμα απορίας, αλλα απάντηση δεν πήρε.
Βούτηξε μέσα στον πυρήνα του πλανήτη κι ήταν λες και μπήκε σε έναν ανεμοστρόβιλο. έβλεπε την φιγούρα να γυρνάει γύρω του κι όσο άνοιγε τα χέρια του να την φτάσει τόσο απομακρυνόταν.
-Που μπορώ να βρω το μαγικό λουλούδι έτσι ώστε να το κόψω και να γίνω ο άρχοντας του γαλαξία;
-Μέσα σου...Αρκεί να μην ξεχνάς να το ποτίζεις.
Η φιγούρα έγινε μια αχτίδα φωτός και κρύφτηκε μέσα στο δάκρυ που κύλησε πριν κι έμεινε να αιωρείται στην μέση του ανεμοστρόβιλου.
Το παιδί φυλάκισε το δάκρυ μέσα στο κουτάκι της ψυχής του και ξεκίνησε για το ταξίδι του γυρισμού. Όταν έφτασε σπίτι όλοι έτρεξαν να δουν το λουλούδι ή να τον κοροϊδέψουν που έδωσε τόση αξία σε έναν μύθο κι έκανε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι χωρίς λόγο. Ο καθένας για τον δικό του σκοπό. Τότε το παιδί άνοιξε το κουτάκι, τους έδειξε το μωβ δάκρυ και τους είπε.
Μέχρι τώρα κανείς δεν μπόρεσε να τον βρει γιατί έψαχναν σε λάθος μέρος. Δεν υπήρχε πυξίδα να σε οδηγήσει εκεί ούτε μέσο να σε φτάσει στο σημείο που βρισκόταν. Έπρεπε να κλείσεις τα μάτια και να βουτήξεις στο κενό κοιτώντας το λουλούδι κι έτσι ο πλανήτης θα ερχόταν σε σένα. Όπως κι έγινε. Και το λουλούδι δεν μπορείς να το κόψεις γιατί δεν φυτρώνει σε χώμα, αλλά στην ψυχή σου. Γι'αυτό απαγορεύεται να κλαις. Γιατί κάθε δάκρυ που σπαταλάς το ξεραίνει... και πρέπει να το ποτίζεις. Πρέπει να το φροντίζεις. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να κατακτήσεις την αστείρευτη του δύναμη.

ΝΙΝΟ Ξυπολιτάς - Θάνος Παπανικολάου - Κρύβομαι Κάτω Απ' Τη Βροχή - Offic...

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Το χρυσόψαρο

Ηρέμησα!
Η καταιγίδα κόπασε μέσα μου και είμαι ακόμα εδώ.
Δεν χάθηκα μέσα στην μπόρα. Κανένας άνεμος δεν με πήρε μακρυά αυτή τη φορά. 
Έμεινα και πάλεψα με τα τέρατα. 
Νίκησα!
Μπορεί να έχασα κάθε μάχη όμως δεν ηττήθηκα ούτε μία φορά. Δεν το επέτρεψα. Κι ας λύγισα. Δεν το έσπασα εγώ το γυαλί γιατί αυτό το γυαλί έσπαγε από μέσα προς τα έξω. Το μοναδικό που ήθελα να κάνω κομμάτια μήπως να βγεις από την φυλακή σου κι εγώ απ'την δική μου.
Μπορεί πλέον τα χρώματα να ξεθώριασαν κι η μουσική να μην μυρίζει γιασεμί αλλά... Είμαι εδώ.
Δεν χρειάστηκε ανθρώπινο στόμα, μα ουράνιο χάδι και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά...την πιο κρύα νύχτα της καρδιάς μου. Ήταν εκεί... Στην άκρη των πάντων και στο κέντρο του τίποτα. Ένα μικρό παιδί να σκαλίζει αρχικά στο παγκάκι. Άραγε ποιος θα καταλάβει. Ακόμα κι αυτό το παιδί δεν καταλαβαίνει τι κανει. Πληγές σκαλίζει. και μετά πως θα ξεχάσει...Αυτό μου θύμισε μιαν ιστορία. 
Κάπου...Κάποτε, στον πιο δυσπρόσιτο αλλά μαγικό ύφαλο εμφανίστηκαν τα πρώτα χρυσόψαρα.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν φημίζονται για την μνήμη τους, όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. 
Κάποτε είχαν την πιο λεπτομερή μνήμη, ακριβείας, από κάθε άλλο ψάρι σε κάθε ωκεανό. Ήταν ικανά να χαρτογραφούν μίλια θάλασσας ακόμα και στα πιο βαθιά και μαύρα νερά!Ήταν ατρόμητα και ακούραστα κι είχαν την ελευθερία να πηγαίνουν όπου θέλουν. Κατά έναν μαγικό τρόπο όλα συνδεόντουσαν μεταξύ τους οπότε ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να βρουν το ένα το άλλο όπου κι αν βρισκόντουσαν.Μπορούσαν να νιώσουν το ένα το άλλο όσα μίλια κι αν τα χώριζαν. Για να έχουν αυτήν την ικανότητα είχαν έναν απαράβατο και μοναδικό κανόνα. Απαγορευόταν να μιλάνε σε άλλα ψάρια που δεν ανήκαν στο είδος τους.. Σε μία νυχτερινή καταγραφή ένα μικρό χρυσόψαρο πιάστηκε στο αγκίστρι ενός ψαρά αλλά ένα καβούρι έκοψε με τις δαγκάνες του τη πετονιά και το ελευθέρωσε. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα έγιναν αχώριστοι! οι καλύτεροι φίλοι. Το μικρό χρυσόψαρο άρχισε να μαθαίνει νέα πράγματα με τον καινούριο του φίλο και σταμάτησε να χαρτογραφεί την θάλασσα. Άρχισε να ζει! βρήκε ένα νόημα στο κολύμπι του. Δεν χαρτογραφούσε νερό, αλλά εμπειρίες, Κι ήταν πολλές. Πάρα πολλές, αλήθεια. Κι ήταν όλες τόσο, μα τόσο όμορφες. Τα άλλα χρυσόψαρα όμως το κατάλαβαν κι έτσι το έκλεισαν μέσα σε μία γυάλα, για τιμωρία, να βλέπει μόνο το είδωλό του χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από αυτό, για να καταλάβει "ο παραβάτης" την μοναδικότητα του είδους. Κανένας δεν μπορούσε να το βγάλει παρά μονάχα το ίδιο. Το καβούρι ήταν εκεί απέναντί του. Προσπαθούσε να την σπάσει και να το βγάλει έξω. Του έδινε δύναμη να προσπαθήσει να δραπετεύσει θυμίζοντάς του όλες τις στιγμές που δημιούργησαν στον χάρτη τους. Όσο πιο πολύ προσπαθούσε, όμως, τόσο θόλωνε η γυάλα μέχρι που το σκοτάδι την κάλυψε όλη κι έτσι δεν μπορούσαν να δουν ή να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Ο καιρός πέρασε και το χρυσόψαρο εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να βγει από αυτήν. Πίστευε πως πλέον το καβούρι είχε βαρεθεί κι είχε φύγει μακρυά και φοβήθηκε τόσο που απλά παραιτήθηκε και προτίμησε να κοιτάζει την θολή του αντανάκλαση παρακαλώντας τα κύματα να πάρουν μαζί τους την μνήμη του. Δεν ένιωθε μοναδικός. Ένιωθε μόνος. Κατηγορούσε το καβούρι που δεν το έσωσε κι αυτή τη φορά. Το φώναζε όμως κανείς δεν ακουγόταν. κι αυτό δεν το άντεχε. Φοβόταν τόσο για να ρισκάρει να την σπάσει μόνο του.Κι έτσι μετέτρεψε τον φόβο σε θυμο. Βόλευε να έχει κάποιον να κατηγορεί. Το έκανε στιγμιαία πιο εύκολο μέχρι που άρχισε να θυμάται. Κάθε μικρη λεπτομέρεια και δεν το άντεχε ούτε αυτό. Μια μέρα οι θάλασσες το λυπηθήκαν. Η ευχή του έγινε πραγματικότητα κι έτσι σταμάτησε να θυμάται γιατί  είναι λυπημένο, μέχρι που σταμάτησε τελείως να νιώθει έστω και το παραμικρό. "αν δεν θυμάσαι κάτι που σε πονάει, δεν έχεις λόγο πονάς" είπε. Λίγα καλοκαίρια μετά ένας ψαράς βρήκε την γυάλα και δίπλα ένα κέλυφος καβουριού. έτσι πήρε την γυάλα και την έβαλε στο σπίτι του πάνω στο τραπέζι και το κέλυφος το καθάρισε και το έβαλε μέσα στην γυάλα. Το χρυσόψαρο δεν ήξερε τι ήταν αυτό και δεν μπόρεσε να θυμηθεί και ποτέ, γιατί την σκέψη του την χάρισε μια νύχτα σε ένα κύμα... απλά και μόνο επειδή εγκατέλειψε την προσπάθεια να σπάσει την γυάλα.Αν συνέχιζε λίγο ακόμα ίσως και να τα είχε καταφέρει. Κάποια ραγίσματα υπήρχαν πάνω της που λίγο ήθελε και θα έσπαγε, αλλά ο ψαράς την έφτιαξε  και την έκανε σαν καινούρια. Έβαλε μέσα πολλά όμορφα πράγματα να την κάνει να μοιάζει με τον ωκεανό. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει όμως το χρυσόψαρο ήταν ένα πράγμα. Κάθε μέρα κοιμόταν και κάθε μέρα ξυπνούσε με αυτήν την απορία. Γιατί ένιωθε τον ωκεανό μόνο μέσα στο κέλυφος....

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Ομορφιά

-Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου ποιος είναι ο πιο όμορφος άνθρωπος σε ολόκληρο το σύμπαν?
-Κανείς.

https://www.youtube.com/watch?v=VA3TsMkC-90

Η ομορφιά - όπως και πολλά άλλα- στις μέρες μας, έχει χάσει την αξία της.
Δεν υπάρχει κανένα καλούπι που να μπορεί να την χωρέσει. Κι όμως την έκλεισαν σε βιτρίνες και την έντυσαν με ασχήμια. Τοσα συντηρητικά που ο κόσμος έχασε την γεύση του. Τι γεύση άραγε θα είχε χωρίς όλα αυτα? Τι λέω πάλι θα μου πεις. Τι ασυναρτησίες κολυμπάνε μέσα στην σκέψη μου... Δεν ξέρω...Είναι που δεν μπορώ να το συνηθίσω με τίποτα. Ένας κόμπος στον λαιμό μου κι ένας βράχος στο στήθος με κρατάνε σιωπηλό. Γίναν όλα τόσο ρηχά. Έχω περάσει όλη μου την ζωή να μελετάω ανθρώπους κι ακόμα κάθε μέρα με εκπλήσσουν. Θα σου πω μια ιστορία από αυτές που ξέρω ότι σ'αρέσουν. Μια ιστορία που μέσα της θα ψάξεις για κάποιο νόημα, δίχως να υπάρχει νόημα.

Κάποτε σε ένα μακρινό μέρος υπήρχε ένας κήπος που μέσα σε αυτόν τον κήπο φύτρωναν τα πιο όμορφα, τα πιο εύοσμα λουλούδια. Μέσα του,ζούσε ένα ξωτικό. Σε εκείνο τον κόσμο γεμάτο όμορφες νεράιδες, δεν υπήρχε χώρος για μικρά άσχημα ξωτικά. Κι έτσι έφτιαξε έναν μικρόκοσμο που ήταν όλος,μα όλος, δικός του. Κάθε πρωί τους τραγουδούσε κι όσο τους τραγουδούσε τόσο άνθιζαν και κάθε βράδυ τα νανούριζε με στιχάκια "δάκρυνα". Όλοι περνούσαν και κοιτούσαν τον κήπο του, αλλά κανείς δεν έμπαινε, ποτέ ,μέσα. Φοβόντουσαν βλέπεις. Μία μικρή νεράιδα όμως έβαλε ένα στοίχημα να μπει κλεφτά και να κλέψει το πιο όμορφο λουλούδι απ'όλα. Έτσι μια νυχτιά μπήκε κλεφτά μέσα στον κήπο του, αλλά πριν προλάβει να το κόψει,την έκοψε αυτό κι αμέσως μάτωσε κι έχασε την δύναμή της. Το ξωτικό την είδε και την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή αλλά ήξερε τους σκοπούς της κι αυτό τον εξόργιζε. Είχε νευριάσει τόσο πολύ.. Πως κατάφερε και μπήκε; Πως δεν καταφερε να την κρατησει μακρυά; πριν προλαβει να ματώσει τον κήπο του. Την άφησε να δει τόσα πολλά. Εκείνη φοβήθηκε από την όψη του, όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να περιμένει πότε θα την αφήσει να φύγει. Φοβόταν να του πει ότι δεν ήθελε να είναι εκεί. Ήθελε μόνο εκείνο το λουλούδι. Τίποτα άλλο, αλλά τι να πει... Όσο την πλησίαζε τόσο κούρνιαζε στην γωνία γεμάτη φόβο. Πίστευε ότι θα της κάνει κακό. Τόσα έλεγαν για εκείνον, αλλά ποτέ κανείς δεν τον είχε δεί από κοντά. Κι όσοι τον είδαν, δεν χρειάστηκε να βγουν ποτέ μέσα από τον κήπο του. Ίσως γι'αυτό τον φοβόντουσαν όλοι. Γιατί κάποτε είχαν δει κάποιους, κάποτε να μπαίνουν και δεν βγήκαν ποτέ.
-Αυτό είναι τριαντάφυλλο, της είπε. Κι έβγαλε ένα ένα τα αγκάθια και της το έδωσε πίσω. Καθάρισε το αίμα από τα χέρια της κι εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε γύρω της. Ένας μικρός παράδεισος γεμάτος χρώματα,γεύσεις, μουσικές πινελιές πάνω σ'εναν ασύμμετρο καμβά φτιαγμένο από γη. Η τέχνη της φύσης κι αυτός η γέννησή όλων!
Ήθελε να τον εξερευνήσει. Τώρα που έμαθε να μην πληγώνεται, ένα λουλούδι δεν της ήταν αρκετό. Τα ήθελε όλα! Κι έτσι έκανε. Παρ' όλη την θαλπωρή και την εμπιστοσύνη που της έδειξε εκείνη προτίμησε να κόψει όλα τα λουλούδια και να τρέξει μακρυά. Λίγο πριν φύγει βλέπει το ξωτικό να την κοιτάζει στην πόρτα. "Άσε με να φύγω" φώναξε κι εκείνο έκανε στην άκρη χωρίς να πει κουβέντα. Άφησε την σιωπή να πει όλα όσα άξιζε να ειπωθούν. Αμέσως έτρεξε στο σπίτι της χωρίς να κοιτάξει πίσω να δει...ότι είχε μείνει εκεί να την κοιτάζει να φεύγει και μαζί της να παίρνει όλα τα λουλούδια του αφήνοντας τον με σκέτο χώμα. Μόλις έφτασε, πέταξε γρήγορα τα λουλούδια μέσα στην ντουλάπα της έτσι ώστε κανείς να μην δει τι έκανε. Μόνο εκείνη... κάθε φορά που θα άνοιγε τα φύλλα της. Δεν ήξερε όμως ότι αν κόψεις ένα λουλούδι θα μαραθεί. Δεν άργησε ο καιρός που έχασαν την λάμψη τους και έτσι μαράθηκαν.Τότε γύρισε πίσω και τον είδε εκεί στον κήπο του να τραγουδάει στο χώμα. Ίσα που μπορούσε να κρυφοκοιτάξει.Αυτή τη φορά το ξωτικό είχε πάρει τα μέτρα του, αλλά είδε κλεφτά μέσα στο χώμα κάτι να φυτρώνει. Όσο κι αν χτύπησε, κανείς δεν της άνοιξε. Έμεινε απλά να κρυφοκοιτάζει το χώμα να παίρνει χρώμα μέρα με τη μέρα και να γίνεται αυτός ο μαγικός κήπος ξανά από την αρχή.
Βλέπεις μπορεί η ομορφιά των λουλουδιών να σε σαγηνεύει να κάνεις το λάθος να τα κόψεις και να τα πάρεις μαζί σου... Να κλέψεις λίγη από την ομορφιά τους...Αλλά αυτό που τα κάνει όμορφα είναι το χώμα...Εκεί κρύβεται όλη η ομορφιά της ζωής.

κοιτάζω τον ουρανό....κι είσαι εκεί.

Δεν λεω ότι μου έλειψες...  Απλά τα μάτια μου πεθύμησαν το βλέμμα των δικών σου.  Δεν λεω ότι σε σκέφτομαι... Απλά το μυαλό μου χαραζει την ...