Ηρέμησα!
Η καταιγίδα κόπασε μέσα μου και είμαι ακόμα εδώ.
Δεν χάθηκα μέσα στην μπόρα. Κανένας άνεμος δεν με πήρε μακρυά αυτή τη φορά.
Έμεινα και πάλεψα με τα τέρατα.
Νίκησα!
Μπορεί να έχασα κάθε μάχη όμως δεν ηττήθηκα ούτε μία φορά. Δεν το επέτρεψα. Κι ας λύγισα. Δεν το έσπασα εγώ το γυαλί γιατί αυτό το γυαλί έσπαγε από μέσα προς τα έξω. Το μοναδικό που ήθελα να κάνω κομμάτια μήπως να βγεις από την φυλακή σου κι εγώ απ'την δική μου.
Μπορεί πλέον τα χρώματα να ξεθώριασαν κι η μουσική να μην μυρίζει γιασεμί αλλά... Είμαι εδώ.
Δεν χρειάστηκε ανθρώπινο στόμα, μα ουράνιο χάδι και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά...την πιο κρύα νύχτα της καρδιάς μου. Ήταν εκεί... Στην άκρη των πάντων και στο κέντρο του τίποτα. Ένα μικρό παιδί να σκαλίζει αρχικά στο παγκάκι. Άραγε ποιος θα καταλάβει. Ακόμα κι αυτό το παιδί δεν καταλαβαίνει τι κανει. Πληγές σκαλίζει. και μετά πως θα ξεχάσει...Αυτό μου θύμισε μιαν ιστορία.
Δεν χρειάστηκε ανθρώπινο στόμα, μα ουράνιο χάδι και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά...την πιο κρύα νύχτα της καρδιάς μου. Ήταν εκεί... Στην άκρη των πάντων και στο κέντρο του τίποτα. Ένα μικρό παιδί να σκαλίζει αρχικά στο παγκάκι. Άραγε ποιος θα καταλάβει. Ακόμα κι αυτό το παιδί δεν καταλαβαίνει τι κανει. Πληγές σκαλίζει. και μετά πως θα ξεχάσει...Αυτό μου θύμισε μιαν ιστορία.
Κάπου...Κάποτε, στον πιο δυσπρόσιτο αλλά μαγικό ύφαλο εμφανίστηκαν τα πρώτα χρυσόψαρα.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν φημίζονται για την μνήμη τους, όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι.
Κάποτε είχαν την πιο λεπτομερή μνήμη, ακριβείας, από κάθε άλλο ψάρι σε κάθε ωκεανό. Ήταν ικανά να χαρτογραφούν μίλια θάλασσας ακόμα και στα πιο βαθιά και μαύρα νερά!Ήταν ατρόμητα και ακούραστα κι είχαν την ελευθερία να πηγαίνουν όπου θέλουν. Κατά έναν μαγικό τρόπο όλα συνδεόντουσαν μεταξύ τους οπότε ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να βρουν το ένα το άλλο όπου κι αν βρισκόντουσαν.Μπορούσαν να νιώσουν το ένα το άλλο όσα μίλια κι αν τα χώριζαν. Για να έχουν αυτήν την ικανότητα είχαν έναν απαράβατο και μοναδικό κανόνα. Απαγορευόταν να μιλάνε σε άλλα ψάρια που δεν ανήκαν στο είδος τους.. Σε μία νυχτερινή καταγραφή ένα μικρό χρυσόψαρο πιάστηκε στο αγκίστρι ενός ψαρά αλλά ένα καβούρι έκοψε με τις δαγκάνες του τη πετονιά και το ελευθέρωσε. Από εκείνη την στιγμή κι έπειτα έγιναν αχώριστοι! οι καλύτεροι φίλοι. Το μικρό χρυσόψαρο άρχισε να μαθαίνει νέα πράγματα με τον καινούριο του φίλο και σταμάτησε να χαρτογραφεί την θάλασσα. Άρχισε να ζει! βρήκε ένα νόημα στο κολύμπι του. Δεν χαρτογραφούσε νερό, αλλά εμπειρίες, Κι ήταν πολλές. Πάρα πολλές, αλήθεια. Κι ήταν όλες τόσο, μα τόσο όμορφες. Τα άλλα χρυσόψαρα όμως το κατάλαβαν κι έτσι το έκλεισαν μέσα σε μία γυάλα, για τιμωρία, να βλέπει μόνο το είδωλό του χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από αυτό, για να καταλάβει "ο παραβάτης" την μοναδικότητα του είδους. Κανένας δεν μπορούσε να το βγάλει παρά μονάχα το ίδιο. Το καβούρι ήταν εκεί απέναντί του. Προσπαθούσε να την σπάσει και να το βγάλει έξω. Του έδινε δύναμη να προσπαθήσει να δραπετεύσει θυμίζοντάς του όλες τις στιγμές που δημιούργησαν στον χάρτη τους. Όσο πιο πολύ προσπαθούσε, όμως, τόσο θόλωνε η γυάλα μέχρι που το σκοτάδι την κάλυψε όλη κι έτσι δεν μπορούσαν να δουν ή να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Ο καιρός πέρασε και το χρυσόψαρο εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να βγει από αυτήν. Πίστευε πως πλέον το καβούρι είχε βαρεθεί κι είχε φύγει μακρυά και φοβήθηκε τόσο που απλά παραιτήθηκε και προτίμησε να κοιτάζει την θολή του αντανάκλαση παρακαλώντας τα κύματα να πάρουν μαζί τους την μνήμη του. Δεν ένιωθε μοναδικός. Ένιωθε μόνος. Κατηγορούσε το καβούρι που δεν το έσωσε κι αυτή τη φορά. Το φώναζε όμως κανείς δεν ακουγόταν. κι αυτό δεν το άντεχε. Φοβόταν τόσο για να ρισκάρει να την σπάσει μόνο του.Κι έτσι μετέτρεψε τον φόβο σε θυμο. Βόλευε να έχει κάποιον να κατηγορεί. Το έκανε στιγμιαία πιο εύκολο μέχρι που άρχισε να θυμάται. Κάθε μικρη λεπτομέρεια και δεν το άντεχε ούτε αυτό. Μια μέρα οι θάλασσες το λυπηθήκαν. Η ευχή του έγινε πραγματικότητα κι έτσι σταμάτησε να θυμάται γιατί είναι λυπημένο, μέχρι που σταμάτησε τελείως να νιώθει έστω και το παραμικρό. "αν δεν θυμάσαι κάτι που σε πονάει, δεν έχεις λόγο πονάς" είπε. Λίγα καλοκαίρια μετά ένας ψαράς βρήκε την γυάλα και δίπλα ένα κέλυφος καβουριού. έτσι πήρε την γυάλα και την έβαλε στο σπίτι του πάνω στο τραπέζι και το κέλυφος το καθάρισε και το έβαλε μέσα στην γυάλα. Το χρυσόψαρο δεν ήξερε τι ήταν αυτό και δεν μπόρεσε να θυμηθεί και ποτέ, γιατί την σκέψη του την χάρισε μια νύχτα σε ένα κύμα... απλά και μόνο επειδή εγκατέλειψε την προσπάθεια να σπάσει την γυάλα.Αν συνέχιζε λίγο ακόμα ίσως και να τα είχε καταφέρει. Κάποια ραγίσματα υπήρχαν πάνω της που λίγο ήθελε και θα έσπαγε, αλλά ο ψαράς την έφτιαξε και την έκανε σαν καινούρια. Έβαλε μέσα πολλά όμορφα πράγματα να την κάνει να μοιάζει με τον ωκεανό. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει όμως το χρυσόψαρο ήταν ένα πράγμα. Κάθε μέρα κοιμόταν και κάθε μέρα ξυπνούσε με αυτήν την απορία. Γιατί ένιωθε τον ωκεανό μόνο μέσα στο κέλυφος....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου